Τα βασικά στοιχεία της Καντιανής ηθικής με άξονες τις έννοιες του σεβασμού στον ηθικό νόμο και του καθήκοντος, και η αντιπαράθεση της Καντιανής κριτικής θεωρίας για το ηθικό πράττειν στο γενεαλογικό Νιτσεϊκό εγχείρημα, η ύπαρξη και ο ρόλος του οποίου αντιτίθεται στον καθολικό και αναγκαίο χαρακτήρα της Καντιανής ηθικής.
1. Η καντιανή οδός του ηθικού αναστοχασμού, και και η έννοια του καθήκοντος.
Ο Immanuel Kant υποστήριξε ότι η ηθική πράξη είναι ένας τύπος έλλογης συμπεριφοράς που δεν αποδίδεται στη φύση του ανθρώπου ή στο Θεό. Αντίθετα προϋποθέτει την υπερνίκηση των φυσικών καταναγκασμών που το βιολογικό υπόστρωμα του ανθρώπου τείνει να επιβάλει στη ύπαρξή του. Ο φιλόσοφος προτείνει μια νέα οδό προς τα νοούμενα, την οδό του ηθικού αναστοχασμού. Πρόκειται για μια εσωτερική διεργασία απαλλαγμένη από κάθε φυσικό ή κοινωνικό εξωτερικό καταναγκασμό. Ο άνθρωπος μέσω της ύπαρξής του και μόνο γίνεται αυτοκαθοριζόμενο υποκείμενο, και οι κανόνες που το διέπουν σε ότι αφορά στην επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό, ή στο δίκαιο και το άδικο γέννιουνται μέσα στη συνείδησή του. Έτσι η ηθική πράξη γίνεται σκοπός καθαυτός και όχι μέσο για την επίτευξη κάποιου άλλου σκοπού. Η αυτογνωσία αφενός, και η ελευθερία της βούλησης αφετέρου, αποτελούν την αφετηρία και την προϋπόθεση για την οδό του ηθικού αναστοχασμού.

Άγαλμα του Immanuel Kant στη γενέτειρά του Καινιξβέργη, σημερινό Καλίνινγκραντ.
Πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Immanuel_Kant
Όπως επισημάναμε παραπάνω η ηθικότητα για τον Kant συνιστάται στην επιδίωξη του δέοντος ως αυτοσκοπού. Το ηθικά ορθό τίθεται από την συνείδηση και ισχύει πέρα και πάνω από κάθε υπολογισμό προσωπικής ή κοινωνικής ωφέλειας. Εδώ παρατηρούμε και την ουσιαστική αντίθεση της άποψης του Kant προς την κρατούσα ηδονοθηρική θεώρηση περί ευδαιμονισμού κατά την περίοδο του διαφωτισμού. Για τους εμπειριστές και φυσιοκράτες του 18ου αιώνα, η ανθρώπινη ευδαιμονία ορίζεται στο επίπεδο της πλήρωσης βασικών βιοτικών αναγκών, ενώ για τον Kant αυτό που μας ευχαριστεί ή μας συμφέρει δεν ταυτίζεται με αυτό που πρέπει να πράξουμε. Συχνά μάλιστα βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση. Όποιος δηλαδή πράττει το ορθό επειδή κερδίζει ή ικανοποιείται από την πράξη του αυτή δεν πληρεί τα καντιανά κριτήρια ηθικότητας, ακόμα και στην σπάνια περίπτωση που το δέον και το συμφέρον συμπίπτουν.
Η έννοια του ηθικός ορθού στην πράξη, όπως ήδη αναφέραμε, είναι μια καθαρά αυθύπαρκτη εσωτερική διεργασία του νου, δεν έχει ή δεν θα μπορούσε να έχει εμπειρικές καταβολές, και προϋποθέτει την ελεύθερη βούληση . Όποιος προσπαθεί να εξάγει ηθικούς κανόνες επαγωγικά, μελετώντας τις πράξεις των άλλων ανθρώπων (έτσι είναι το σωστό αφού έτσι κάνουν όλοι), στην ουσία δεν κάνει τίποτα άλλο από το να δικαιολογεί την ανηθικότητα, αποποιούμενος τις ευθύνες των πράξεων του. Ο Άνθρωπος ως πράγμα καθαυτό, είναι αυτόνομος. Γνωρίζει αυτό που οφείλει να πράττει και η γνώση του αυτή εμπεριέχει την πίστη ότι μπορεί και έχει τη δύναμη να το πράττει. Αυτή η υπερβατολογική συνθήκη, η δυνατότητα δηλαδή του ανθρώπου να πράττει ως αυτόνομο ηθικό υποκείμενο υπερνικώντας την υποταγή στην φυσική αναγκαιότητα, είναι η πρωτογενής του ελευθερία. Παρά το γεγονός ότι η ελευθερία αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί (από πού προέρχεται και γιατί υπάρχει), είναι παρούσα στη συνείδηση κάθε έλλογου όντος και εξηγεί την πραγματικότητα της ηθικής συμπεριφοράς.
Ο ηθικός αναστοχασμός κατά τον Kant δεν έχει σκοπό να μας διδάξει τι είναι ηθικό και τι όχι. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι αυτό-μαθήματα συμπεριφοράς. Ποια είναι τα καθήκοντα μας είναι γνωστά σε όλους, καθώς η όπως έχουμε ήδη αναφέρει η ηθική συνείδηση είναι έμφυτη σε κάθε έλλογο ον. Το καθήκον υποχρεώνει αφεαυτού, και η υποκειμενική διάθεση του καθένα να ενεργήσει σύμφωνα με της προσταγές του καθήκοντος ορίζει και την ίδια την ηθικότητα του. Με άλλα λόγια ο ορισμός του ηθικώς αγαθού, είναι ακριβώς το να πράττεις το καθήκον αποκλειστικά και μονό επειδή είναι καθήκον. Από τη στιγμή λοιπόν που το καθήκον μας είναι γνωστό, παίρνει το λόγο η κατηγορική προσταγή. Υπάρχει μόνο μια κατηγορική προσταγή, η προσταγή της ηθικής. Πρόκειται για μια εσωτερική φωνή που επιτάσσει στη συνείδησή μας να πράξει το δέον, και μας πληροφορεί για τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθήσουμε ώστε να μην παραβιάσουμε το καθήκον μας στις δεδομένες συνθήκες. Η εσωτερική αυτή φωνή δεν υπολογίζει οφέλη, και δεν υποθέτει (υποθετική προσταγή) με βάση επιδιώξεις. Απλώς προστάζει με κατηγορηματικό και απόλυτο τρόπο ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση, και στη ουσία λέει: «Πράττε μονό βάσει εκείνης της αρχής, δια της οποίας μπορείς ταυτόχρονα να θέλεις αυτή να γίνει καθολικός νόμος.»
Σύμφωνα με τον Kant, ηθικότητα είναι ο κάθε άνθρωπος να μεταχειρίζεται το συνάνθρωπό του ως «αυτοσκοπό» και όχι ως μέσο για την επίτευξη προσωπικών ή άλλων συμφερόντων. Οφείλουμε στον συνάνθρωπο μας ένα άνευ ορών σεβασμό της ηθικής του αυτοτέλειας, και της προσωπικής του ακεραιότητας. Αν ο κάθε άνθρωπος συμπεριφερόταν με βάση την παραπάνω προσταγή, τότε θα ζούσαμε σε μια ιδεατή κοινωνία ιδανικής αναρχίας και τέλειας δικαιοσύνης, όπου όλοι θα έπρατταν το σωστό και το δίκαιο από εσωτερική πεποίθηση.
2. Tο ηθικό πράττειν στο γενεαλογικό Νιτσεϊκό εγχείρημα
Στον αντίποδα της καντιανής ηθικής που προστάζει καθολικότητα και αναγκαιότητα, βρίσκεται η νιτσεϊκή ηθική προσέγγιση. Ο Friedrich Wilhelm Nietzsche αντιτίθεται στον Kant τόσο ως την σύλληψη της ιδέας της ηθικής, όσο και προς του σκοπούς που αυτή πρέπει να υπηρετεί. Αναιδής, αλαζόνας, βλάσφημος και κυνικός ο Nietzsche απέχει κατά πολύ από το πρότυπο «ηθικού ανδρός» που ευαγγελίζεται ο Kant. Βασικός άξονας της σκέψης του είναι η στρεβλή (όπως υποστηρίζει) κατανόηση της ανθρώπινης υπόστασης από το δυτικό πολιτισμό. Αντίθετα, την κατανόηση της ανθρώπινης υπόστασης είχε επεξεργαστεί υποδειγματικά κατά τον Nietzsche, η προσωκρατική αρχαιοελληνική σκέψη, με αποκορύφωμα της έκφρασής της την ποιητική στις τραγωδίες του Αισχύλου.
Πορτρέτο του Friedrich Nietzsche από τον το φωτογράφο Naumburg Gustav Adolf
Schultze, αρχές Σεπτεμβρίου 1882. Πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Friedrich_Nietzsche
Ακόμα όμως και στις πολιτικές ιδεολογίες του 19ου αιώνα, το Χριστιανικό – πλατωνικό υπόβαθρο παραμένει κυρίαρχο παρά το γεγονός της αλλαγής των ιδεολογικών προφάσεων. Η δημοκρατία, ο εθνικισμός, ο σοσιαλισμός, το κράτος είναι για τον Nietzsche οι θεολογίες του 19ου αιώνα. Όσο μάλιστα περισσότερο ισχυρίζονται ότι έχουν καταργήσει την παραδοσιακή θρησκεία, τόσο δολιότερες είναι. Ιδιαιτέρα δε ο σοσιαλισμός καλλιεργεί τη ζηλοφθονία των κοινωνικά ηττημένων απέναντι στου νικητές, εκφράζοντας τη συνωμοσία του άρρωστου και μοιρολατρικού πλήθους απέναντι στις ξεχωριστές προσωπικότητες. Θεμέλιο όλων αυτών των ιδεολογιών αλλά και της θρησκειών αποτελεί η έννοια της Ισότητας. Ισότητα για τον Nietzsche δεν είναι άλλο από την ισοπέδωση των πάντων, δικαίων και αδίκων, μπροστά σε μια καταναγκαστική εξουσία, φορέα μιας δήθεν υπέρτερης ηθικότητας.
Ο Nietzsche θεωρεί πως οι παθογένειες αυτές δεν είναι δυνατόν να «γιατρευτούν» με ήπιο τρόπο, καθώς το ηθικό υπόβαθρο του δυτικού πολιτισμού είναι τόσο σαθρό ώστε δεν επιδέχεται ίαση. Καθήκον του ελεύθερου στοχασμού είναι μια νέα αρχή από το σημείο μηδέν (εδώ φαίνεται ολοκάθαρα η εκ διαμέτρου αντίθετη πρόσληψη της έννοιας του καθήκοντος από του δύο φιλοσόφους). Ο μηδενισμός αυτός θα είναι ταυτόχρονα επιστροφή στις ενοράσεις των προσωκρατικων Ελλήνων. Με αυτό το σημείο εκκίνησης και αναφοράς η νέα φιλοσοφία καλείται να ανασύρει τον αρχέγονο πυρήνα της βουλητικής ορμής, και να «επαναξιολογήσει όλες τις αξίες».
Απαραίτητες προϋποθέσεις για να συμβούν όλα αυτά είναι αφενός «ο θάνατος του θεού» και αφετέρου ο «θάνατος του ανθρώπου» ο οποίος έχει σφυρηλατηθεί από τις θεολογικές αξίες και προσταγές. Μιλώντας για «θάνατο του θεού» ο Nietzsche αναφέρεται στην ανάγκη αυτοαναίρεσης της ισχύουσας ηθικής, και δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια μεταφυσική απόφανση για τη μη ύπαρξη του θεού. Έπεται η γένεση του «Υπερανθρώπου». Ο Υπεράνθρωπος του Nietzsche είναι ο νέος άνθρωπος. Πρόκειται για ένα διανοητικό κατασκεύασμα που συμβολίζει το ξεπέρασμα της σημερινής ανθρώπινης πραγματικότητας. Ο Υπεράνθρωπος απαλλαγμένος από κάθε ηθική παραδοχή, είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του συμπυκνωμένου του «Εγώ». Απόλυτος και ανεξέλεγκτος, έχει απορρίψει τις αρχές τις ευσπλαχνίας, της ισότητας, της αμοιβαιότητας και της δημοκρατίας, και δρα μόνο σύμφωνα με τις ορμές του, καθώς το επιθυμητικό είναι ο μόνος του οδηγός. Οι επιθυμίες του βέβαια δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αυτοσυντήρηση του. Η βούληση του Υπεράνθρωπου είναι κοσμογονική, και η ορμή του αποβλέπει στο σχηματισμό ενός παγκόσμιου γίγνεσθαι που θα συμφωνεί με τις ενοράσεις και τη φαντασία του.
Ο Nietzsche δεν διστάζει να επιτεθεί ευθέως στον Kant με σκληρούς σε αρκετές περιπτώσεις χαρακτηρισμούς. Στο θέμα της καθολικότητας της «κατηγορικής προσταγής» του καθήκοντος που αναπτύξαμε παραπάνω και αποτελεί κεντρικό πυρήνα της καντιανής ηθικής, χαρακτηριστικά αναφέρει πως ένας λαός αφανίζεται όταν μπερδεύει το δικό του καθήκον με την έννοια του καθήκοντος γενικά: «Τίποτα δεν καταστρέφει πιο βαθιά πιο εσωτερικά από αυτό το «απρόσωπο» καθήκον […] Αν είναι δυνατόν να μην αισθάνεται κανείς ποσό επικίνδυνη για τη ζωή είναι η κατηγορική προσταγή του Kant […] Εδώ βρίσκεται η συνταγή της παρακμής, ακόμη και για την ηλιθιότητα… ο Kant έγινε ηλίθιος»
Στο μνημειώδες έργο του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (1883-85), ο Nietzsche με τη διαπίστωση του μηδενισμού θέτει με τον πιο επείγοντα τρόπο το πρόβλημα των ηθικών αξιών: «Ολόκληρος ο ιδεαλισμός της ανθρωπότητας μέχρι τούδε είναι στο σημείο να αλλάξει ξαφνικά σε μηδενισμό – στην πιστή στην απόλυτη έλλειψη αξίας, δηλαδή νοήματος». O φιλόσοφος μέσα από τα λόγια του προφήτη Ζαρατούστρα αναδυκνείεται σε νομοθέτη και δημιουργό ηθικών αξιών, προετοιμάζοντας το έδαφος για την «αιώνια επιστροφή του ομοίου», του Υπερανθώπου, του νέου Θεού. Η νέα ανθρωπότητα μπορεί να αναδυθεί μόνο μέσα από την «μεταξίωση των αξιών» που μέχρι τώρα έχουν παραδοθεί.
Η μεταξίωση των αξιών, η εκ νέου δηλαδή ηθική θεώρηση των υφισταμένων μεταφυσικών εννοιών όπως ο Θεός, η αλήθεια, το καλό και το κακό, προϋποθέτει καταρχήν τη γενεαλόγησή τους. Ο Nietzsche εφαρμόζει το γενεαλογικό εγχείρημα για την αναζήτηση των ηθικών αξιολογήσεων, και εκτός του ότι επιτίθεται στην παραδοσιακή ηθική επιχειρεί να την επανερμηνεύσει με συστηματικό τρόπο, μέσα από το έργο του «Η γενεαλογία της ηθικής» (1887) . Σχετικά με τις έννοιες «καλός» και «κακός» ο Nietzsche υποστηρίζει ότι το προ-ηθικό νόημα των όρων, (ευγενής και ταπεινός αντίστοιχα) αντιστράφηκε από το χριστιανισμό με αποτέλεσμα να συνδεθεί η ευγένεια με το ηθικά κακό, και η ταπεινότητα με το ηθικά καλό. Αντίστοιχα διακρίνει δύο ηθικούς «τύπους» την ηθική των κυρίων που δημιουργεί αξίες και αποτελεί το υπόδειγμα μιας καταφατικής ηθικής, και την ηθική των δούλων που αποτελεί μια αντιδραστική, αρνητική ηθική. Σε ότι αφορά τις έννοιες της συνείδησης, της ενοχής και του καθήκοντος, τις αντιμετωπίζει ως εξω-ηθικούς όρους που έχουν να κάνουν κυρίως με συμβολαϊκές ιδέες (ανταλλαγή, πίστωση) και δικαϊκες έννοιες (έγκλημα και τιμωρία). Τέλος, δριμεία κριτική ασκεί ο Nietzsche στο «ασκιτικό ιδεωδες» το οποίο επηρέασε ως ηθική στάση το χριστιανισμό αλλά και τη νεωτερικότητα εν γένει (π.χ. επιστήμη). Υποστηρίζει πως η ψυχολογική βάση του ασκητισμού είναι η μνησικακία, και στην ουσία πρόκειται για μια ζωή που στρέφεται ενάντια στον εαυτό της.
Συμπεράσματα
Αν στον Kant η ανθρώπινη ηθικότητα εδράζεται σε έννοιες- φράσεις όπως «ανιδιοτελής έννοια καθήκοντος», «άνευ ορών σεβασμός του ηθικού νόμου» και «θεός εγγυητής», οι αντίστοιχες στον Nietzsche θα μπορούσαν να είναι «βούληση για δύναμη και επιβολή», «κατάλυση της παραδοσιακής ηθικότητας», και «θάνατος του θεού». Είναι σαφές λοιπόν πως οι δύο σπουδαίοι φιλόσοφοι έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις όχι μόνο σε ότι αφορά το «ηθικό πράττειν», αλλά και στην έννοια της ηθικότητας εν γένει. Κοινό σημείο επαφής θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ελεύθερη βούληση. Το γεγονός δηλαδή πως και οι δύο στοχαστές θεωρούν κινητήριο μοχλό των ηθικών πράξεων του ανθρώπου, αποκλείστηκα την εσωτερική του δύναμη, και όχι εξωγενείς παράγοντες. Ακόμα και εδώ όμως η εσωτερική αυτή δύναμη εξυπηρετεί εντελώς διαφορετικούς σκοπούς σε ότι αφορά στην έννοια του ηθικώς ορθού, του δέοντος, του συμφέροντος, του καλού και του κακού. Η βούληση για επιβίωση, η δύναμη και η επικράτηση, είναι το ζητούμενο στην φιλοσοφία του Nietzsche, σε αντίθεση με την αγαθή, ανιδιοτελή και μη εγωιστική βούληση της καντιανής ηθικής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βαλλιάνος, Π., Φιλοσοφία στην Ευρώπη, τόμος Γ’, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα
2000Μαγγίνη, Γκ., «F. Nietzsche: Για μια γενεαλογία της νεωτερικότητας – κριτική, ασκητικό ιδεώδες, μηδενισμός» στο Β. Καλδής (επιμ.), Φιλοσοφία στην Ευρώπη.
Kant, Ι., Τα Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γ. Τζαβάρα, Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1984
Kenny, Α., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, μετάφραση Δ. Ρισσάκη, Νεφέλη, Αθήνα 2005
Nietzsche F., Το λυκόφως των ειδώλων. Ο Αντίχριστος. Ecce Homo (Ίδε ο άνθρωπος), Μετάφραση – επιμέλεια Ζήσης Σαρίκας, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2000
