Η αντιπαράθεση των ποσοτικών παραδοχών που εισηγείται η πληθυσμιακή γεωγραφία για της πληθυσμιακές μεταβολές (μη λαμβάνοντας υπόψη συνθέτες παραμέτρους πληθυσμιακών ανακατατάξεων στην Ευρώπη), με άλλες πιο ποιοτικές ερμηνείες και εξηγήσεις που υιοθετούνται από διαφορετικές υποδιαιρέσεις της Γεωγραφίας. Οι βασικές παραδοχές της ποσοτικής γεωγραφίας και της θετικιστικής προσέγγισης. Τα αποτελέσματα του κατακερματισμού στη Γεωγραφία, και η κριτική που ασκήθηκε στο θετικιστικό μοντέλο σκέψης. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η ποσοτική γεωγραφία τα θέματα του πληθυσμού, και οι διαστάσεις που αγνοούνται από τα μοντέλα της πληθυσμιακής γεωγραφίας, και πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη διεπιστημονική προσέγγιση του φαινόμενου της πληθυσμιακής μεταβολής.
1. Λογικός θετικισμός και αλλαγή Παραδείγματος στη Γεωγραφία. Ποσοτική Γεωγραφία, κατακερματισμός και πολυεπιστημονικότητα.
1.1 Oι βασικές παραδοχές της ποσοτικής γεωγραφίας και του θετικισμού.
Στη Γεωγραφία ο λογικός θετικισμός υιοθετείται στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1960, και ήρθε για να αμφισβητήσει την περιφερειακή γεωγραφία παρουσιάζοντας αναδρομικά ολόκληρη την ιστορία της Γεωγραφίας ως μια αλληλουχία Παραδειγμάτων (paradigm). Η Ποσοτική γεωγραφία αναπτύχθηκε και κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο του λογικού θετικισμού με σκοπό να εξηγήσει τα γεωγραφικά φαινόμενα. Οι βάσεις του Παραδείγματος αυτού είχαν τεθεί παλαιότερα από τη «Γερμανική Σχολή Χωροθέτησης» , που εγκαινίασε μια παράδοση ποσοτικών προσεγγίσεων του γεωγραφικού χώρου, και η οποίες με τη σειρά της οδήγησαν σταδιακά στην λεγομένη «ποσοτική επανάσταση». Η ποσοτική επανάσταση ξεκίνησε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 και επεκτάθηκε στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1960, καθιερώνοντας την ποσοτική Γεωγραφία ως κυρίαρχο Παράδειγμα στην διαμάχη ανάμεσα στην περιφερειακή και τη θετικιστική προσέγγιση . Σκοπός της «ποσοτικής επανάστασης» ήταν να μετατρέψει μέσω της λογικής του θετικισμού, την Γεωγραφία, από μια ιδιογραφική επιστήμη που ασχολείται με το ιδιόμορφο και το μοναδικό, σε μια νομοθετική επιστήμη που οφείλει να γίνεται κατανοητή μέσα από γενικευτικά μοντέλα και καθολικούς οικουμενικούς νόμους .
Κάποιες από τις βασικές παραδοχές της ποσοτικής Γεωγραφίας είναι οι εξής: α) Η ύπαρξη αναλογιών ανάμεσα στα φυσικά και τα γεωγραφικά φαινόμενα, καθώς όπως στη φυσική έτσι και στη γεωγραφία οι χωρικές κατανομές των ανθρώπινων δραστηριοτήτων υπακούν σε γενικούς οικουμενικούς νόμους, μη λαμβάνοντας υπόψη συγκεκριμένα τοπικά, ιστορικά, ή κοινωνικά πλαίσια. β) Τη βάση της γεωγραφικής μελέτης πρέπει να αποτελούν αποκλειστικά οι πτυχές των γεωγραφικών φαινόμενων που μπορούν ποσοτικοποιηθούν. Δηλαδή να μετρηθούν να ιεραρχηθούν και να ταξινομηθούν ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο στατιστικής και μαθηματικής επεξεργασίας. γ) Ο γεωγραφικός χώρος είναι ένα ομοιογενές, μονοδιάστατο, αδρανές και αμετάβλητο σύνολο σημείων που καθορίζεται από τη γεωμετρία των αποστάσεων και των μεταφορικών ροών από το ένα σημείο στο άλλο. Ο χώρος προσδιορίζεται και ερμηνεύεται αποκλειστικά από τον εαυτό του ως μια απόλυτη «νευτώνεια» φυσική οντότητα.
Κύριο χαρακτηριστικό των παραπάνω εξελίξεων στην επιστήμη της Γεωγραφίας είναι η παγίωση της πολυεπιστημονικότητας και η υιοθέτηση πολλών επιμέρους υποδιαιρέσεων της Γεωγραφίας από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα. Σύμφωνα με τα αξιώματα της θετικιστικής άποψης, η πραγματικότητα είναι ενιαία αλλά πολύπλοκη και κάθε επιστήμη επιβάλετε να εξειδικεύεται και να κινείται μόνο σε ένα επίπεδο. Η σύνθεση των επιπέδων για μια συνολική θεώρηση επιτυγχάνεται όχι με την διεπιστημονική προσέγγιση του γεωγράφου, αλλά με τη συνεργασία επιστημόνων διαφορετικών περιοχών δηλαδή με την πολυεπιστημονικότητα. Φτάνουμε λοιπόν σε ένα σημείο που ο γεωγράφος περιχαρακώνεται σε ένα κλειστό σύστημα σκέψης, καθώς το κυρίαρχο Παράδειγμα απαγορεύει επικαλύψεις του ενός με τα άλλα «επίπεδα». Φυσική, Οικονομική, Κοινωνική, Πολιτική, Πολιτιστική Γεωγραφία, είναι ένα μόνο μικρό κομμάτι της ατελείωτης ταξινομητικής λίστας, αποτέλεσμα του θετικιστικού διασκορπισμού. Ο υπέρμετρος κατακερματισμός της Γεωγραφίας κατά την περίοδο του θετικισμού μας ακολουθεί μέχρι και σήμερα παρά τις τάσεις διεπιστημονικών συνθέσεων.
1.2 Τα αποτελέσματα του κατακερματισμού στη Γεωγραφία, και η κριτική του θετικισμού.
Τα αποτελέσματα του θετικιστικού κατακερματισμού της ποσοτικής Γεωγραφίας ήταν μεταξύ άλλων να περιοριστεί δραστικά το φάσμα ερωτημάτων που αφορούν σε σύνθετα φαινόμενα της ζωής στο χώρο. Παγκοσμιοποίηση, άνιση ανάπτυξη, σύνορα και μεταναστευτικές τάσεις κ.λ.π. αποτελούν ταυτόχρονα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά φαινόμενα. Η κατανόηση και η ερμηνεία τους δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στα μονοδιάστατα πλαίσια που προτάσσει η θετικιστική ποσοτική Γεωγραφία. Εκτός όμως από την αδυναμία της να αναλύσει σύνθετα φαινόμενα, η ποσοτική γεωγραφία απέκοψε τη γεωγραφική φαντασία από κοινωνικές και πολιτικές ευαισθησίες. Την ώρα που λάμβαναν χώρα κοσμογονικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές στον πλανήτη (πόλεμος του Βιετνάμ, μαζικές εξεγέρσεις στην Ευρώπη), οι Γεωγράφοι αναζητούσαν «γενικούς νόμους χωρικής ισορροπίας» . Σε ότι αφορά στα θετικά του κατακερματισμού αξίζει να επισημανθούν η αύξηση στο σώμα γνώσης του ακαδημαϊκού καταμερισμού εργασίας. Επίσης, κάποιοι διαχωρισμοί στην εκπαίδευση είχαν σαν αποτέλεσμα τη συστηματική, σταδιακή και αρθρωτή γνώση που παρέχεται στου φοιτητές.
Αιώνες πριν τη γέννηση του θετικισμού, σπουδαίοι φιλόσοφοι και στοχαστές είχαν επισημάνει τα προβλήματα της επαγωγικής μεθόδου που αυτός πρεσβεύει. Ο David Hume (1711 – 1776) υποστήριζε πως η επαγωγή μπορεί μόνο να συντηρεί την αλήθεια των επιβεβαιωμένων γεγονότων, και με κανένα τρόπο δεν νομιμοποιείται να μεταφέρει τις αλήθειες αυτές σε ένα γενικό επιστημονικοί νόμο – συμπέρασμα. Ο Francis Bacon (1561 - 1626) δήλωνε πως η εγκυρότητα των νομών την επιστήμης δεν είναι δυνατόν να προκύψει από την εγκυρότητα οποιουδήποτε πεπερασμένου αριθμού περιπτώσεων, καθώς αρκεί η διάψευση μιας και μόνο ιδιαίτερης περίπτωσης ώστε ο νομός να χαρακτηριστεί αναληθής. Κάτι ανάλογο υποστηρίζει και ο πιο σύγχρονός μας Karl Popper (1902 – 1994) με το χαρακτηριστικό παράδειγμα των κύκνων: Ακόμα και εάν ένα εκατομμύριο παρατηρήσεις έχουν επιβεβαιώσει την υπόθεση ότι οι κύκνοι είναι λευκοί, τίποτα δεν μπορεί να μας επιβεβαιώσει ότι ο εκατομμυριοστός πρώτος κύκνος δεν θα είναι μαύρος. Συνεπώς δεν νομιμοποιούμαστε να συμπεράνουμε επιστημολογικά πως «όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί». Συστηματική κριτική στο θετικισμό αναπτύχθηκε επίσης από αλλά ρεύματα και σχολές σκέψης όπως ο μαρξισμός και η σχολή της Φρανκφούρτης.
Πιο συγκεκριμένα στο χώρο της Γεωγραφίας, η κριτική Γεωγραφία έρχεται στη δεκαετία του 1970 να απομυθοποιήσει το «χωρικό φετιχισμό» της θετικιστικής προσέγγισης. Ο χώρος κατά την κριτική Γεωγραφία είναι μια συνθέτη ολότητα σε διαρκή αλληλεπίδραση με την κοινωνική δυναμική. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή «..δεν υπάρχουν χωρικά φαινόμενα καθαυτά, αλλά κοινωνικά φαινόμενα που εκφράζονται στο χώρο και διαμέσου του χώρου». Έτσι λοιπόν παρατηρούμε το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται από το χώρο στις βαθύτερες κοινωνικοοικονομικές δομές και ιδιαιτερότητες κάθε τόπου. Ο χώρος δε αποτελεί μια παθητική οντότητα έξω από κοινωνία, αλλά μια ενεργητική έννοια μέσω της οποίας η κοινωνία παράγει και αναπαράγει τους ορούς της ύπαρξής της.
Στην ουσία αυτό που ο θετικισμός επιχείρησε ήταν να πάει κόντρα στην ίδια τη φύση της Γεωγραφίας και του γεωγράφου των οποίων η εγγενής διεπιστημονικότητα είναι προφανής λόγω του πολυδιάστατου αντικειμένου. Η Γεωγραφία παραμένει, εκτός από ελάχιστες περιόδους ένας συνδυασμός επιστημών της φύσης και του ανθρώπου. Καθώς η χωρική διαφοροποίηση επεκτείνεται και βαθαίνει διαρκώς, μια κατακερματισμένη επιστήμη που γενικεύει και η μοντελοποιεί χωρίς ενδιαφέρον για τη διαφοροποίηση του κάθε τόπου, μοιάζει να αδυνατεί να ακολουθήσει τις εξελίξεις. Ο καταιγισμός εξελίξεων και φαινόμενων που ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες, δεν είναι δυνατόν να χωρέσουν σε κομψά άνθρωπο-μοντέλα. Φαινόμενα πολυσύνθετα, σαν αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω (Παγκοσμιοποίηση, άνιση ανάπτυξη) μελετήθηκαν επαρκώς, μόνο μέσω της υιοθέτησης της
διεπιστημονικότητας που κατόρθωσε η μεταθεκιστική Γεωγραφία.
2. Πληθυσμιακή Γεωγραφία και ποσοτικές παραδοχές.
2.1 Πληθυσμιακά ζητήματα, θεωρίες, δημογραφικοί παράγοντες και μεταβολές.
Τα θέματα των πληθυσμιακών δεδομένων απασχολούν τους επιστήμονες για αιώνες. Η πληθυσμιακή Γεωγραφία αναπτύχθηκε στα πλαίσια της Ανθρωπογεωγραφίας και έχει ως στόχο την καταγραφή της ιστορικής και μελλοντικής εξέλιξης των χαρακτηριστικών του πληθυσμού. Δεν αποτελεί ξεχωριστό επιστημονικό κλάδο που υπόκειται σε δικούς του νόμους, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των ενδιαφερόντων της Γεωγραφίας. Η πολυδιάσπαση και η άρνηση της διεπιστημονικότητας στα πλαίσια της θετικιστική προσέγγισης, στην παρούσα φάση αποδεικνύεται ιδιαιτέρα προβληματική. Αυτό συμβαίνει καθώς η εξέλιξη των πληθυσμιακών φαινόμενων χωρικά και χρονικά, οφείλουν τους ρυθμούς τους σε ένα πλήθος κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που αλληλοκαλύπτονται και επηρεάζονται μεταξύ τους. Έτσι η διεπιστημονική προσέγγιση όχι μόνο δεν πρέπει να απορρίπτεται, αλλά θα έλεγε κάποιος πως είναι απαραίτητη για την κατανόηση φαινόμενων αυτών.
Μια από τις κλασσικότερες θεωρίες για την εξέλιξη του πληθυσμού είναι αυτή του Thomas Malthus (1766 – 1834) ο οποίος υποστήριξε ότι ο πληθυσμός αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο (1,2,4,8), ενώ τα μέσα επιβίωσης όπως η τροφή αυξάνονται με αριθμητική πρόοδο (1,2,3,4) . Κατά τον Malthus η κρίση αποφεύχθηκε λόγω της μη αύξησης του πληθυσμού που προκάλεσαν οι πόλεμοι, οι λιμοί και οι αρρώστιες. Ως λύση για μελλοντική μη ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού, η συγκεκριμένη θεωρία προτείνει την αύξηση ηλικίας σύναψης γάμου και την αγνότητα. Η μαλθουσιανή θεωρία επανεμφανίζεται τροποποιημένη κατά τη διάρκεια του 19 αιώνα με τους νέο-μαλθουσιανούς να κάνουν λόγω για ευγονισμό (το άλλο όνομα του ρατσισμού) δίνοντας έτσι τροφή στο τέρας του ναζισμού. Στον αντίποδα η μαρξιστική θεωρία υποστηρίζει ότι πληθυσμός αποτελεί κοινωνικό πλούτο ενώ το φαινόμενο του υπερπληθυσμού είναι αποτέλεσμα άνισης κατανομής των αγαθών παρά της έλλειψής τους. Σε ότι αφορά στην εξέλιξη γενικότητας και θνησιμότητας που επηρεάζει το ρυθμό μεταβολής του πληθυσμού, απαντήσεις προσπάθησε να δώσει η θεωρία της δημογραφικής μετάβασης, η οποία επιχείρησε να συνδέσει της πληθυσμιακές εξελίξεις, με το επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
2.2 Η αδυναμία της πληθυσμιακής Γεωγραφίας να κατανοήσει την εξέλιξη της πραγματικότητας.
Η
υπερβολική και μονοσήμαντη προσήλωση της πληθυσμιακή Γεωγραφίας και της
δημογραφίας σε εμπειρικά δεδομένα και ποσοτικές αναλύσεις, αποτέλεσε
σημείο κριτικής και αμφισβήτησης από πολλούς. Τα αποτυχημένα μαθηματικά
μοντέλα, απέδειξαν πως η απλή προέκταση των υπαρχουσών τάσεων μπορεί να
είναι λανθασμένη όταν δεν συνοδεύεται από την σε βάθος κατανόηση των
μηχανισμών που τα παράγουν. Η πληθυσμιακή γεωγραφία αναφέρεται κυρίως
στις γεννήσεις, τους θανάτους και στα αίτια που παίζουν ρόλο σε αυτά,
ενώ σύνθετα φαινόμενα όπως η μετανάστευση και η αστικοποίηση δεν
αναλύονται επαρκώς αλλά απλά προκύπτουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η
πρόβλεψη κατά τη δεκαετία του 1920 που υπολόγιζε τον πληθυσμό των ΗΠΑ
στα 190 εκατομμύρια τη χρόνια 2000, μέγεθος που επιτεύχθηκε το 1963.
Κάτι ανάλογο συνέβη και στην πρόβλεψη για τον πληθυσμό της Αθηνάς σε
συγκριτική έρευνα της δεκαετίας του 1960 και 1970.
Κατά τη σημερινή εποχή η μετανάστευση, η διασπορά, και γενικά οι διάφορες μορφές χωρικής μετάθεσης που επηρεάζουν άμεσα και καταλυτικά την εξέλιξη του πληθυσμού έχουν ενταθεί ιδιαιτέρα. Η παγκοσμιοποίηση αλλά και η πολιτική και οικονομική ρευστότητα συνέβαλλαν στην εξέλιξη αυτή. Άλλαξε η σύνθεση των μεταναστών, οι τόποι προέλευσης και προορισμού, η επαγγελματική διάρθρωση των κοινοτήτων τους, καθώς και οι τρόποι κινητοποίησής τους . Στην Ευρώπη της νέας χιλιετίας οι μεταναστευτικές ροές αποτελούν μια νέα πολυεπίπεδη στην κατανόησή της πραγματικότητα οποία απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση για να απαντήσει επαρκώς στα πως και τα γιατί. Ως παραδείγματα των ροών αυτών μπορούν να αναφερθούν τα εξής: α) Οι μεταναστεύσεις προσφύγων που παλαιότερα περιορίζονταν σε εμπόλεμες χρονικές περιόδους. Σήμερα είναι συνεχείς στα πλαίσια ενός ανελέητου και ακύριχτου οικονομικού πολέμου. Β) Η μετακίνηση συνταξιούχων αλλά και οικονομικά ενεργών (μέσω της δυνατότητας τήλε-εργασίας) κυρίως βορειοευρωπαίων στα θερμά κλήματα του νότου. Οι ζώνες του ήλιου αποτελούν μεγάλο δέλεαρ, και η οικονομική κρίση προσφέρει τεράστιες ευκαιρίες για την αγορά γης και ακινήτων. γ) Η διαρροή επιστημόνων που υφίσταται ο ευρωπαϊκός νότος καθώς βαθαίνει η οικονομική κρίση και οι νέοι επιστήμονες μένουν άνεργοι. Η Ελλάδα εξάγει δυστυχώς ό,τι καλύτερο διαθέτει σε μυαλά και εργατικό δυναμικό, μετατρέποντας έτσι ταυτόχρονα την κρίση χρέους σε κρίση πολιτισμού και αξιών.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Μελετώντας τα παραπάνω και ζυγίζοντας τα θετικά και αρνητικά της ποσοτικής εξέλιξης στην πληθυσμιακή Γεωγραφία, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η ευκολία της στατιστικής αναισθησίας αδυνατεί να μελετήσει την εξέλιξη των πληθυσμιακών φαινόμενων, σε μια επιστήμη που ο άνθρωπος αποτελεί ταυτόχρονα υποκείμενο άλλα και αντικείμενο της ανάπτυξης. Η άρνησης της διεπιστημονικότητας και ο κατακερματισμός που προτάσσει η θετικιστική προσέγγιση και τα στεγανά που βάζουν οι θετικιστές μεταξύ των ειδών στην ουσία φυλακίζουν πνευματικά τους γεωγράφους, με αποτέλεσμα η αλλαγή Παραδείγματος από την Ποσοτική Γεωγραφία να μοιάζει επιβεβλημένη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γριτζάς, Γ. 2008. ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ 16Ο ΩΣ ΤΟΝ 20Ο ΑΙΩΝΑ. Στο Λεοντίδου, Λ. (επιμ.) Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός., ΕΑΠ, Πάτρα.
Κουρλιούρος, Η. 2008. ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ. Στο Λεοντίδου, Λ. (επιμ.) Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός., ΕΑΠ, Πάτρα.
Λαμπριανίδης Λ. 2012. Οικονομική Γεωγραφία. Πατάκης, Αθήνα.
Λεοντίδου, Λ. 2008. Αγεωγράφητος Χώρα: Ελληνικά Είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
Κατά τη σημερινή εποχή η μετανάστευση, η διασπορά, και γενικά οι διάφορες μορφές χωρικής μετάθεσης που επηρεάζουν άμεσα και καταλυτικά την εξέλιξη του πληθυσμού έχουν ενταθεί ιδιαιτέρα. Η παγκοσμιοποίηση αλλά και η πολιτική και οικονομική ρευστότητα συνέβαλλαν στην εξέλιξη αυτή. Άλλαξε η σύνθεση των μεταναστών, οι τόποι προέλευσης και προορισμού, η επαγγελματική διάρθρωση των κοινοτήτων τους, καθώς και οι τρόποι κινητοποίησής τους . Στην Ευρώπη της νέας χιλιετίας οι μεταναστευτικές ροές αποτελούν μια νέα πολυεπίπεδη στην κατανόησή της πραγματικότητα οποία απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση για να απαντήσει επαρκώς στα πως και τα γιατί. Ως παραδείγματα των ροών αυτών μπορούν να αναφερθούν τα εξής: α) Οι μεταναστεύσεις προσφύγων που παλαιότερα περιορίζονταν σε εμπόλεμες χρονικές περιόδους. Σήμερα είναι συνεχείς στα πλαίσια ενός ανελέητου και ακύριχτου οικονομικού πολέμου. Β) Η μετακίνηση συνταξιούχων αλλά και οικονομικά ενεργών (μέσω της δυνατότητας τήλε-εργασίας) κυρίως βορειοευρωπαίων στα θερμά κλήματα του νότου. Οι ζώνες του ήλιου αποτελούν μεγάλο δέλεαρ, και η οικονομική κρίση προσφέρει τεράστιες ευκαιρίες για την αγορά γης και ακινήτων. γ) Η διαρροή επιστημόνων που υφίσταται ο ευρωπαϊκός νότος καθώς βαθαίνει η οικονομική κρίση και οι νέοι επιστήμονες μένουν άνεργοι. Η Ελλάδα εξάγει δυστυχώς ό,τι καλύτερο διαθέτει σε μυαλά και εργατικό δυναμικό, μετατρέποντας έτσι ταυτόχρονα την κρίση χρέους σε κρίση πολιτισμού και αξιών.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Μελετώντας τα παραπάνω και ζυγίζοντας τα θετικά και αρνητικά της ποσοτικής εξέλιξης στην πληθυσμιακή Γεωγραφία, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η ευκολία της στατιστικής αναισθησίας αδυνατεί να μελετήσει την εξέλιξη των πληθυσμιακών φαινόμενων, σε μια επιστήμη που ο άνθρωπος αποτελεί ταυτόχρονα υποκείμενο άλλα και αντικείμενο της ανάπτυξης. Η άρνησης της διεπιστημονικότητας και ο κατακερματισμός που προτάσσει η θετικιστική προσέγγιση και τα στεγανά που βάζουν οι θετικιστές μεταξύ των ειδών στην ουσία φυλακίζουν πνευματικά τους γεωγράφους, με αποτέλεσμα η αλλαγή Παραδείγματος από την Ποσοτική Γεωγραφία να μοιάζει επιβεβλημένη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γριτζάς, Γ. 2008. ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ 16Ο ΩΣ ΤΟΝ 20Ο ΑΙΩΝΑ. Στο Λεοντίδου, Λ. (επιμ.) Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός., ΕΑΠ, Πάτρα.
Κουρλιούρος, Η. 2008. ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ. Στο Λεοντίδου, Λ. (επιμ.) Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός., ΕΑΠ, Πάτρα.
Λαμπριανίδης Λ. 2012. Οικονομική Γεωγραφία. Πατάκης, Αθήνα.
Λεοντίδου, Λ. 2008. Αγεωγράφητος Χώρα: Ελληνικά Είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.