Η οικονομική υπεροχής της βορειοδυτικής Ευρώπης στις παραμονές της βιομηχανικής επανάστασης

Η οικονομική υπεροχής της βορειοδυτικής Ευρώπης σε σχέση με την υπόλοιπη ήπειρο, στις παραμονές της λεγομένης βιομηχανικής επανάστασης. Τα χαρακτηριστικά, και  οι διαδικασίες που έλαβαν χώρα στην ευρωπαϊκή ήπειρο κατά τη διάρκεια της πρώιμης νεότερης περιόδου, και οδήγησαν σε αυτή την οικονομική υπεροχή.


Από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα και κυρίως κατά τον 17ο, οι βόρειες κάτω χώρες και η Αγγλία γνωρίζουν μια πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη. Έτσι το οικονομικό επίκεντρο της Ευρώπης να μετατοπίζεται  από τη μεσόγειο στον ατλαντικό, με αποτέλεσμα από τα τέλη του 16ου αιώνα, σημαντικά αστικά κέντρα (Βενετιά, Μιλάνο, Φλωρεντία, Γένοβα) που κυριαρχούσαν οικονομικά και πολιτισμικά επί αιώνες, να παρουσιάσουν τα πρώτα σημάδια οικονομικής ύφεσης. Ας δούμε λοιπόν πιο αναλυτικά τα χαρακτηριστικά και τις διαδικασίες των εξελίξεων που οδήγησαν στην εδραίωση των νέων οικονομικών δεδομένων μέχρι τις παραμονές της βιομηχανικής επανάστασης, στα μέσα του 18ου αιώνα.

Η αποδιάρθρωση του φεουδαλικού συστήματος και η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας.

Η εισαγωγή καινοτόμων καλλιεργητικών μεθόδων και οι νέες παραγωγικές σχέσεις στη βορειοδυτική Ευρώπη δημιουργούν νέες συνθήκες στις σχέσης αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής. Η λεγομένη «αγροτική επανάσταση », λαμβάνει χώρα κυρίως στην Αγγλία και την Ολλανδία του 17ου αιώνα. Στην Αγγλία συνοδεύεται από την ολοένα αυξανομένη εκβιομηχάνιση της υπαίθρου που έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση του κόστους παραγωγής λόγω  φθηνών εργατικών χεριών, όπως επίσης και την καλύτερη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Στην Ολλανδία από την άλλη, η μείωση του κόστους εργασίας επιτεύχθηκε μέσω νέων τεχνικών και καλύτερης οργάνωσης της παραγωγής μέσα στις πόλεις.

Την ιδία περίοδο η Ιταλική χερσόνησος αδυνατεί να ανταποκριθεί στα νέα οικονομικά δεδομένα και προκλήσεις. Η πολιτική αστάθεια δεν επιτρέπει την οργάνωση ενιαίας εσωτερικής αγοράς ως προς την αγροτική και βιομηχανική παραγωγή. Οι συντεχνίες στις Ιταλικές πόλεις εμποδίζουν την εκβιομηχάνιση της υπαίθρου και διατηρούν το κόστος παραγωγής υψηλό, ενώ διατηρείται επίσης και ο παραδοσιακός ανταγωνισμός μεταξύ αστικού και αγροτικού χώρου. Οι εξελίξεις αυτές προσθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα στην Αγγλία και της βόρειες Κάτω Χώρες, και σηματοδοτούν την οικονομική τους πρωτοκαθεδρία αφού ήδη από το τέλος του 16ου αιώνα τα ιταλικά προϊόντα και υπηρεσίες παύουν να είναι ανταγωνιστικά .

Η ανάπτυξη της υφαντουργίας στην Αγγλία στερεί από την Ιταλία την εισαγωγή υψηλής ποιότητας αγγλικού μαλλιού, ο τριακονταετής πόλεμος (1618 – 1648) της στερεί τη γερμανική αγορά,  και τα προστατευτικά μετρά που λαμβάνει το γαλλικό κράτος προκειμένου να ενισχύσει τη μεταξουργία προκαλεί ένα ακόμα πλήγμα στην ιταλική οικονομία. Σε ότι αφορά στις αγορές της ανατολής, τα ιταλικά προϊόντα που χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης πλήττονται από τις αγγλικές απομιμήσεις ιταλικών υφασμάτων, και γαλλικές απομιμήσεις βενετικού γυαλιού. Ένα ακόμα συγκριτικό πλεονέκτημα της βρετανικής κλωστοϋφαντουργίας κατά τη διάρκεια της προβιομηχανικής περιόδου αποτελεί η μεγάλη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία . Αν και εξειδικευμένη, η γυναικεία εργασία θεωρούνταν κατώτερης αξίας και πληρωνόταν σε χαμηλή τιμή με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά σημαντική για την ανάπτυξη της οικονομίας στις αγγλικές υφαντουργικές βιομηχανίες. Σταδιακά τα φθηνότερα προϊόντα της βορειοδυτικής Ευρώπης, απευθύνονται σε ολοένα ευρύτερο καταναλωτικό κοινό, και κατακλύζουν την Ευρώπη, την Ανατολή, ακόμα και την ιταλική εσωτερική αγορά.

Από τα τέλη του 16ου αιώνα Ολλανδοί, Γάλλοι  και Άγγλοι επεκτείνονται δυναμικά και στο χώρο της ναυτιλίας. Εισβάλουν στη μεσόγειο μεταφέροντας σιτηρά από τη βαλτική, και αποκτούν ισχυρές εμπορικές βάσεις στην ανατολή. Κατά το 17ο αιώνα πάνω από 1.000 γαλλικά πλοία εμπορεύονται στην ανατολική μεσόγειο, καθώς η Γαλλία έχει αποκτήσει σημαντικά εμπορικά προνόμια στην οθωμανική αυτοκρατορία . Την ιδία περίοδο η γεωγραφική και οικονομική διείσδυση των ευρωπαίων στο νέο κόσμο, μεταφέρει σταδιακά το κέντρο του ναυτιλιακού εμπορίου από την μεσόγειο στον ατλαντικό, με επίκεντρο το λιμάνι του Άμστερνταμ. Παράλληλα το Άμστερνταμ μετατρέπεται σε σημαντικό χρηματοπιστωτικό κέντρο καταλαμβάνοντας τη θέση της Ιταλίας, και σε αυτόν τον τομέα.
Και ενώ η πρωτοκαθεδρία της βορειοδυτικής Ευρώπης εδραιωνόταν σταδιακά, μια σειρά επιδημιών και φυσικών καταστροφών στην Ιταλία, έδωσαν τη χαριστική βολή στην ανάπτυξη της ανταγωνιστικής της οικονομίας. Η επιδημία της πανώλης αφάνισε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, με αποτέλεσμα τη δημογραφική συρρίκνωση και την ακόμα μεγαλύτερη αύξηση μισθών λόγω έλλειψης εργατικών χεριών. Όταν η πανώλη υποχώρησε εμφανιστήκαν ο τύφος η ελονοσία και η ιλαρά. Τέλος όταν τα αποθέματα ξυλείας μειωθήκαν δραστικά, η έλλειψη της χώρας σε άνθρακα, δεν της επέτρεψε να αντιμετωπίσει το ενεργειακό της πρόβλημα με τον τρόπο που το πέτυχε η Αγγλία, η οποία αντικατέστησε την ξυλεία με άνθρακα ως πηγή ενεργείας .

Ο ρόλος της αστικής τάξης και της εκκλησίας.

Βασική κινητήρια δύναμη της εν γένει οικονομικής ανάπτυξης σε Αγγλία και Ολλανδία απετέλεσαν οι ανερχόμενοι αστοί του 16ου και 17ου αιώνα. Η εμπορική οικονομική ζωή βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στις μαζικές επενδύσεις των αστών, καθώς ήταν το μόνο κοινωνικό στρώμα που διέθετε τα οικονομικά μέσα, την τεχνογνωσία, και τη βούληση να πετύχει κάτι τέτοιο. Η παγκόσμια οικονομική Άγγλο-ολλανδική επέκταση και πρωτοκαθεδρία που ακολούθησε, βασίστηκε στο σύνολό της σε αστικές δυνάμεις και κεφάλαια .

Την ώρα που Άγγλοι και Ολλανδοί εδραιώνουν την καπιταλιστική επιχειρηματική δραστηριότητα, και κατ’ επέκταση την καπιταλιστική  οργάνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι αστοί της υπόλοιπης Ευρώπης μοιάζουν να μην μπορούν ή να μη θέλουν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη αυτή. Ο Γάλλος ιστορικός Fernard Braudel χαρακτήρισε το σκηνικό της απουσίας των αστών από τις ραγδαίες αυτές οικονομικές εξελίξεις ως «προδοσία της αστικής τάξης» . Οι αστοί στην κεντρική Ευρώπη κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο, αποχωρούν μαζικά από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες υιοθετώντας ένα φεουδαρχικό πρότυπο ζωής και συμπεριφοράς, απέχοντας από οποιαδήποτε «ταπεινή» εργασία. Στην ανατολική Ευρώπη από την άλλη η απομάκρυνση των αστών από το εμπόριο οφείλεται κυρίως στο δυσμενές πολιτικό περιβάλλον καθώς και στις ισχυρές κοινωνικές προκαταλήψεις σε βάρος των αστικών στρωμάτων.

Αρνητικός πρωταγωνιστής των εξελίξεων στη κεντρική και ανατολική Ευρώπη της πρώιμης νεότερης περιόδου υπήρξε αναμφισβήτητα και η εκκλησία. Στην ανατολική Ευρώπη υπήρξε βασική κινητήρια δύναμη για την παλινόρθωση της δουλείας , γεγονός που απετέλεσε σαφέστατη κοινωνική αλλά και οικονομική οπισθοδρόμηση. Στην Κεντρική Ευρώπη οι πράξεις μισαλλοδοξίας και θρησκευτικού φανατισμού ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες , στέρησε από τη Γαλλία δεκάδες χιλιάδες εξειδικευμένους τεχνίτες και επιστήμονες, οι οποίοι ενίσχυσαν την παραγωγική μηχανή χωρών της βορειοδυτικής Ευρώπης, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το οικονομικό χάσμα με την υπόλοιπη ήπειρο.

Αντίθετα με την καθολική εκκλησιά θετικός φαίνεται να είναι ο ρόλος που έπαιξε στα πράγματα η θρησκευτική μεταρρύθμιση  του 16ου αιώνα στη βορειοδυτική Ευρώπη. Συνέβαλε τα μέγιστα στην πτώση φεουδαρχίας, και την ανάγκη της ύπαρξης νέων πιο δίκαιων κανόνων στις σχέσεις μεταξύ των κρατών και των κατοίκων τους.
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η πρώιμη νεότερη περίοδος (16ος – 17ος αιώνας), χαρακτηρίζεται από την ολοένα αυξανομένη εκβιομηχάνιση της υπαίθρου και την εδραίωση της φθηνής έμμισθης εργασίας. Η συσσώρευση κεφαλαίου στα χέρια των εμπόρων δίνει τη δυνατότητα για νέες επενδύσεις και συμβάλει αποφασιστικά σε ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό σχηματισμό, και την εδραίωση του καπιταλισμού στη βορειοδυτική Ευρώπη. Την ίδια ώρα η αδυναμία της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης να ανταπεξέλθει στις νέες εξελίξεις σηματοδοτεί την  παρακμή των παραδοσιακών οικονομικών δυνάμεων όπως η Ιταλία και οι νότιες κάτω χώρες, και την μετατόπιση του οικονομικού κέντρου της Ευρώπης από τη μεσόγειο στον ατλαντικό.  Το νέο αυτό οικονομικό κέντρο που αποτελείται κυρίως από την Αγγλία, τη βόρεια Γαλλία και την Ολλανδία, με το άνοιγμα των αγορών του νέου κόσμου δεν είναι πια μόνο ευρωπαϊκό αλλά παγκόσμιο, και θέτει τις βάσεις για τον πρωταγωνιστικό ρόλο των χωρών που το αποτελούν στη βιομηχανική επανάσταση που επέρχεται.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Γαγανάκης Κώστας, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, ΕΑΠ, 1999.

Δρίτσα Μαργ. (επιμ.), Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, ΕΑΠ, 2008.