Η ιστορία ως αφήγηση: Το μεσαιωνικό παρελθόν ως «ιστορία γεγονότων»

Οι κύριες  ιστοριογραφικές σχόλες και ρεύματα, καθώς και η μεθοδολογία του τρόπου προσέγγισης και κατανόησης της Ιστορίας μέσω αυτών. Μπορεί και αν ναι σε ποιο βαθμό το μεσαιωνικό παρελθόν να κατανοηθεί ως μια «ιστορία γεγονότων»;


Ιστοριογραφία: Τάσεις, σχολές και ρεύματα.

Η Ιστορία, η επιστήμη δηλαδή που ασχολείται με την καταγραφή και την κατανόηση του παρελθόντος, κάνει την εμφάνιση της για πρώτη φορά το 19ο αιώνα. Σαφώς και πριν από την περίοδο αυτή, από την εποχή του Ηρόδοτου υπήρχε με διάφορους τρόπους καταγραφή των ιστορικών γεγονότων (λαογραφία,  αφηγήσεις, κλπ), αλλά ως τότε δεν μπορούσε να εννοηθεί η κάθε είδους τέτοια καταγραφή ως επιστήμη, με ότι συνεπάγεται η έννοια της συγκεκριμένης λέξης.

Μαζί με την εμφάνιση Ιστορίας ως επιστήμης, και ως επαγγελματικού κλάδου κάνει την εμφάνισή της και η Ιστοριογραφία .  Η μελέτη δηλαδή της ίδιας της επιστήμης της Ιστορίας. Αν και κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί πολλά Ιστοριογραφικά ρεύματα που έχουν   επηρεάσει (λιγότερο ή περισσότερο) την καταγραφή της Ιστορίας,  κατά κοινή ομολογία τα βασικά είναι ο Ιστορικισμός, η σχολή των Annales, η Μαρξιστική προσέγγιση, και τέλος οι συγκλίνουσες σύγχρονες ιστοριογραφικές τάσεις.

Ο Ιστορικισμός εκτός από το πρώτο Ιστοριογραφικό ρεύμα είναι στην ουσία  και  η συγκρότηση της ιστορίας ως επαγγελματικού  και  επιστημονικού κλάδου. Εμφανίζεται στη Γερμανία το 19ο αιώνα και θεμελιωτής του είναι ο Leopold von Ranke . Η προσέγγιση της Ιστορίας είναι κυρίως αφηγηματική. Ο Ιστορικισμός ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με  μεγάλες προσωπικότητες, τους δημιουργούς δηλαδή των γεγονότων και με το πως οι προσωπικότητες αυτές, έβλεπαν τους εαυτούς τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την πλήρη απουσία των καθημερινών ανθρώπων και των δραστηριοτήτων τους από την καταγραφή της Ιστορίας. Ακολουθεί γραμμικότητα στην ιστορική αφήγηση, και η μεθοδολογία του έχει να κάνει με έθνη, κράτη και  επίσημα αρχεία.

Η σχολή των Annales  εμφανίζεται την δεκαετία του 1930 στη Γαλλία, και αλλάζει εντελώς τα δεδομένα στην επιστημολογική θεώρηση της Ιστορίας. Αμφισβητεί τόσο την πολιτική Ιστορία, όσο και  την βαρύτητα του γεγονότος στη μονοσήμαντη διάστασή του. Δρώντα υποκείμενα εδώ είναι οι συλλογικότητες. Φεουδάρχες, δουλοπάροικοι, κληρικοί, ναυτικοί, αγρότες, κλπ. Σε ότι αφορά στην Ιστορική Αφήγηση, παρατηρούμε την απουσία χρονικής γραμμικότητας, απουσία γεγονοτολογικής αφήγησης, και πολυεπιπεδικότητα στο χρόνο. Τέλος η μέθοδος αφορά στη δραστηριοποίηση της ιστορικής συνείδησης, με αφετηρία ένα επίκαιρο ερώτημα. Άξια λόγου στη συγκεκριμένη Ιστοριογραφική σχολή είναι η διεπιστημονικότητα ως εργαλείο για την ερμηνεία, καθώς η ιστορία “παντρεύεται” με τη γεωγραφία, την κοινωνιολογία, τη λαογραφία, και τις τέχνες, για να ερμηνεύσει τον εαυτό της.

Η Μαρξιστική προσέγγιση  εμφανίζεται χρονικά παράλληλα με τη σχολή των Annales. Η τεχνολογική πρόοδος, (η οποία θεωρείται αναπόφευκτη) η διανοητική και κοινωνική ανάπτυξη καθώς και η οικονομία, παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Παράλληλα αναδεικνύεται ο ρόλος των κατώτερων κοινωνικών και οικονομικών τάξεων. Για τον Marx, καταλύτης των εξελίξεων και πρωταρχικός παράγοντας της Ιστορικής συνέχειας είναι οι ταξικές συγκρούσεις. Αν και η Μαρξιστική προσέγγιση επηρέασε κατά πολύ ακόμα και δυτικούς Ιστορικούς, η επιρροή αυτή αμβλύνθηκε, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών ευρωπαϊκών καθεστώτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Τέλος, στις σύγχρονες ιστοριογραφικές τάσεις ανιχνεύονται στοιχεία από όλα τα ιστοριογραφικά ρεύματα μαζί. Η ακίνητη Ιστορία των μεταπολεμικών Annales  ή Γεω-ιστορία, η έμφαση στην εκβιομηχάνιση της Γερμανικής Σχολής , η Μικροϊστορία  και η Ιστορία της καθημερινότητας, είναι  κάποιες από τις σημαντικότερες σύγχρονες Ιστοριογραφικές τάσεις.

Το μεσαιωνικό παρελθόν ως «ιστορία γεγονότων».

Σήμερα ο Ιστορικισμός, η «ιστορία γεγονότων» δηλαδή,  μάλλον θεωρείται ξεπερασμένος ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην κοινωνική και οικονομική ιστορία. Το κείμενο του Braudel για την ιστορία ως αφήγηση στρέφεται  σαφώς εναντία στον Ιστορικισμό του Ranke. Η κατανόηση της ιστορίας δεν μπορεί να στηριχθεί σε επιμέρους γεγονότα, όσο βαρυσήμαντα και αν είναι (ούτε βέβαια στην αλληλένδετη σχέση μεταξύ του Θεού και της ιστορικής εξέλιξης όπως υποστήριζε ο Ranke ). Όπως «οι λάμψεις τον πυγολαμπίδων δεν μπορούν να φωτίσουν το σκοτάδι της νύχτας», έτσι και δομές των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, είναι δυνατόν να αναζητηθούν στην έκβαση κάποιας «κρίσιμης μάχης» που έλαβε χώρα στο παρελθόν.

Σε ότι αφορά το μεσαίωνα, θεωρώ πως το θέμα αυτό καθαυτό, από μόνο του  απορρίπτει την γεγονοτολογική του προσέγγιση. Πως θα μπορούσε μια περίοδος περίπου χιλίων ετών να αναλυθεί μέσα από μια γραμμική ιστορική αφήγηση; Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μια χρονική περίοδο που περιλαμβάνει πολύ περισσότερο από το μισό της περιόδου από την ύστερη αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την εποχή του πρώιμου μεσαίωνα στην δυτική Ευρώπη. Οι οικογένειες την περίοδο αυτή ήταν κλειστά εσωστρεφή κοινωνικά και διανοητικά συστήματα. Τα όρια έξω από τη γη τους αποτελούσαν μια «άγνωστη χώρα» (terra incognita ). Για να κατανοήσουμε λοιπόν τον τρόπο και την ποιότητα διαβίωσης της αγροτικής υπαίθρου, πολύ περισσότερο συντελούν οι γνώσεις που μπορεί να έχουμε σχετικά με τις κλιματολογικές διακυμάνσεις, τις φυσικές καταστροφές, ή την όποια τεχνολογική πρόοδο σχετικά με τα αγροτικά εργαλεία της εποχής (θέματα με τα οποία ουδέποτε ασχολήθηκε ο ιστορικισμός), παρά  με τον τρόπο διοίκησης, ή αντιμετώπισης των βαρβαρικών εισβολών από τον Καρλομάγνο ή τους επιγόνους του.

Άλλο παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει η κρίση του φεουδαλισμού του 13ου αιώνα που οδήγησε στην ανάκαμψη και επανεμφάνιση της μοναρχικής ισχύος . Αναζητώντας τα αίτια της εξέλιξης αυτής μέσα από μια γραμμική γεγονοτολογική αφήγηση της συγκεκριμένης περιόδου και έχοντας ως εργαλεία την ιστορικιστική μονοσήμαντη διάσταση των γεγονότων, τα συμπεράσματα στα οποία θα καταλήξουμε θα είναι τουλάχιστον ανεπαρκή. Για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα θα πρέπει να ανατρέξουμε αρκετά πίσω στο χρόνο, και συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1180  όταν η αγροτική οικονομία περνά βαθμιαία υπό αστικό έλεγχο . Από εκεί στην εμφάνιση του νέου αστικού στοιχείου που διαταράσσει τις ισορροπίες του φεουδαλισμού δημιουργώντας νέα πεδία κοινωνικής και οικονομικής σύγκρουσης. Συνέχεια όλης αυτής της εξέλιξης αποτελούν οι αντιφεουδαρχικές εξεγέρσεις και οι εκτεταμένες συγκρούσεις πόλης –φεουδαρχίας, που με τη σειρά τους είχαν σαν αποτέλεσμα την κρίση του φεουδαλισμού με ωφελημένη τη μοναρχία.

Τέλος, κατά την περίοδο του ύστερου μεσαίωνα στην «εποχή των μεγάλων εξεγέρσεων », τα αίτια και οι αφορμές των δραματικών κοινωνικών αλλαγών που καθόρισαν την εξέλιξη των αστικών και αγροτικών κοινωνιών της πρώιμης νεότερης Ευρώπης, και πάλι πρέπει να αναζητηθούν σε τομείς εκτός δράσης της «ιστορίας των γεγονότων». Καταρχήν θα πρέπει να εστιάσουμε   στην κυριαρχία των φονικών επιδημιών του μαύρου θανάτου στην περίοδο 1347-1350 που εξόντωσε το  ένα τρίτο των ευρωπαίων, και αποτέλεσε τον «επιταχυντή»των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων. Ο αποδεκατισμός του εργατικού δυναμικού στις πόλεις και τη ύπαιθρο, η μεταφυσική αγωνία που κυριάρχησε στις συνειδήσεις των ανθρώπων, και τα κινήματα χειραφέτησης των χωρικών και των πληβειών, οδήγησαν στις μαζικά οργανωμένες εξεγέρσεις των τελευταίων  κατά της φεουδαλικής τάξης πραγμάτων στην ύπαιθρο και της αστικής μονοπώλησης της εξουσίας από τους πατρικίους . Η υποχώρηση των φονικών επιδημιών βρήκε για πρώτη φορά τη φεουδαρχική κοινωνική ιεραρχία χωρίς τη θεολογική της επικύρωση, και συνοδεύτηκε από αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις σε ένα μεγάλο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Οι Άγγλοι χωρικοί απαίτησαν δυναμικά την αύξηση των αποδοχών τους το 1351, η εξέγερση των χαμηλόβαθμων κλάδων υφαντών  στην Φλωρεντία το 1378 βύθισε την αστική φλωρεντινή κοινότητα στο χάος για αρκετούς μήνες, ενώ το 1832 ένας εξαγριωμένος όχλος από πληβείους, κατέσφαξε τους βασιλικούς φοροσυλλέκτες στο Παρίσι .

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Σε πολλές περιπτώσεις οι διαφορές στα ιστοριογραφικά ρεύματα, είναι ιδιαιτέρως λεπτές. Συχνά, παρατηρούμε την - κατά περίπτωση - σύνθεση διαφορετικών ιστοριογραφικών τάσεων και ρευμάτων, από τον ίδιο ιστορικό, καθώς στην Ιστορία όπως και σε κάθε επιστήμη, το καινούργιο δεν καταρρίπτει εντελώς το παλιό. Στην συγκεκριμένη όμως περίπτωση, θεωρώ πως ασφαλώς θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ο Mεσαίωνας δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από μια γραμμική γεγονοτολογική αφήγηση της ιστορίας, πολύ δε περισσότερο σε ότι αφορά στις κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις της. Και οι annales και οι μαρξιστές συμφωνούν σε αυτό, καθώς από κοινού απορρίπτουν τον ιστορικισμό. Η οικονομική και κοινωνική ιστορία μάλιστα, είναι ο κλάδος που επέτρεψε τη συνάντηση και την όσμωση των δυο αυτών επιστημονικών προσεγγίσεων  με τις πολλές ομοιότητες αλλά και τις σημαντικές διαφορές.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γαγανάκης Κώστας, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, ΕΑΠ, 1999.

Μανδυλαρά Άννα, Η διπλή ζωή της οικονομικής ιστορίας. Θέματα Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, Πάτρα, ΕΑΠ, 2008.

Μπρέγιαννη Κ., Ιστορία και Ιστοριογραφία: Νεότερες Προσεγγίσεις, Ε.Α.Π., Πάτρα, 2008